ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΗ ΑΝΑΓ̖ΚΗ Η ΓΡΑΠΤΗ ΔΙ'ΑΚΡΙΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΕΡΡΙΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΡΡΙΝΩΝ ΔΙΨΗΦΩΝ ΣΥΜΦΩΝΩΝ ΚΑΙ Η ΣΥΜ̖ΠΛΗΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΕΙΠΟN̖TΕΣ ΦΘΟΓ̖ΓΟΥΣ
Στον Ορθογραφικό Οδηγό της Μεγάλης Γραμματικής της Νεοελληνικής Γλώσσας, η οποία συν̂τάχθηκε με εισηγητή και πρόεδρο της επιτροπής το ΜανόληΤριαν̂ταφυλλίδη και κυκλοφόρησε από τον τότε ΟΕΣΒ τον Ιούνιο 1941, αναφέρει, μεταξύ άλλων:
Τι σημαίνει αυτό: ότι όταν κάποτε ο κόσμος πρόφερε ακόμη σωστά τα [γγ/γκ], [μπ] και [ντ] μέσα στη λέξη, δηλαδή έρρινα, για όσες από τις ξένες λέξεις τα δίψηφα προφέρον̂ται ατόφια (άρρινα), ο Τριαν̂ταφυλλίδης -προκειμένου να αποφευχθεί η σύγχυση και το λάθος- είχε προτείνει τη γραπτή τους διיάκριση. Με άλλα λόγια, κάτι αν̂τίστοιχο μεαυτό το οποίο εισηγούμαι να ισχύσει αναγ̂καία στο γραπτό λόγο, όχι μόνο για να μην παρασυρθούμε και πούμε γιόγ̂κα
[ŋg], ταμ̂πού [ɱb] ή στούν̂τιο [ŋd], αν̂τί των ορθών γιόγκα [g] (< yoga),
ταμπού [b] (< taboo), στούντιο [d] (< studio), που κάποιες φορές
συμβαίνει κι αυτό, αλλά κυρίως γιατί πρέπει πλέον να αποσαφηνιστούν τα έρρινα
(δύο φθόγ̂γοι). Δηλαδή να γίνει το αν̂τίθετο, αφού τα [γγ/γκ], [μπ], [ντ], στη
συνείδηση των περισσότερων έχουν μονοφθογ̂γιστεί και ταυτιστεί με τους ήχους
[g], [b] και [d].
Τι άλλο σημαίνει; Ότι στα χρόνια που μεσολάβησαν, η παν̂τελής -εγ̂κληματική θα τη χαρακτήριζα- αδιיαφορία της Πολιτείας, επέδρασε αρνητικά στη μορφολογία της γλώσσας· δηλαδή στη μουσικότητα, την ετυμολογία και τη σημασιολογία των λέξεων, με συνέπεια να οδηγηθούμε στην κακοφωνία (ο αείμνηστος Καργάκος την ονόμαζε ογ̂κανισμό) και στον ψευδισμό της.
Γλώσσα η οποία δεν καλλιεργείται και δε διδάσκεται είναι καταδικασμένη στην αφάνεια και στον εκφυλισμό της.
Πού να το φαν̂ταζόταν ο σπουδαίος γλωσσολόγος και δάσκαλος του Γένους, ότι σε λιγότερο από 85 χρόνια (τόσα περίπου μεσολάβησαν από τότε που συνέταξε τη Γραμματική της Ελληνικής Γλώσσας), οι ευ̂φωνικές συνηχήσεις του [ν] και του [μ], οι οποίες μας έρχον̂ταιαυτούσιες από τα βάθη των αιώνων -και συνδέουν την παλαιότερη μορφή της γλώσσας μας με τη νεότερη- κινδυνεύουν στις μέρες μας να χαθούν·όχι ως φυσική εξέλιξη της ίδιας της γλώσσας, αλλά λόγω ακηδίας, άγνοιας, δηλαδή ελλείψει παιδείας.
Αν μπορούσε σήμερα να μας μιλήσει, σίγουρα αυτά θα έλεγε:
«Παιδί μου, μην περιμένεις τίποτα να κάνει η Πολιτεία για την παιδεία σου και τη γλώσσα. Τόσον καιρό δε φρόν̂τισε να εν̂τάξει την Ορθοφωνία στις Παιδαγωγικές Σχολές, ώστε να εκπαιδευτούν οι δάσκαλοι για να σε μάθουνε να τη μιλάς σωστά· ούτε μερίμνησε για το μάθημά της στα σχολεία.
Τα δίψηφα σύμφωνα όταν βρίσκον̂ται στη μέση της λέξης, στις περισσότερες περιπτώσεις σημαίνουν δύο ήχους και όχι έναν. Για να καταλάβεις τι εννοώ, το να λες άγγελος [g] ή αγκίστρι [g], είναι σα να προφέρει ο άγ̂γλος τις λέξεις angel ή english χωρίς
το [ν] (agel, eglish). Το ήξερες ότι ακόμη κι αυτές έχουν ρίζα ελληνική; Από τις δικές μας άγ̂γελος και αγ̂κύλοςπροέρχον̂ται. Για να κατανοήσεις πώς πρέπει να εκφέρεται το [γγ] ή το [γκ] μέσα στη λέξη, θυμήσου πώς λες το πρώτο [γ] στην παγיγνωσία, ή το [γ] στις ελεγκτής, έγχορδο και ελέγξω. Σε αυτές τις περιπτώσεις το [γ] είναι μία άλλη μορφή του [ν]. Ο καλλίνοος συνεργάτης Αχιλλέας (Τζάρτζανος) έλεγε ότι έρρινο είναι και το [γ] πριν από άλλο ουρανικό σύμφωνο ([γ], [κ], [χ]). Το να πεις πάλι κολύμπι [b] ή δέντρο [d], όπως δυστυχώς σου‘μάθαν,αν̂τί για τα σωστά κολύμ̂πι [ɱb], δέν̂τρο [ŋd], είναι σαν τα κολυβητής, δεδροκομία.
Συγγνώμη παιδί μου που σου κατέστρεψαν τη γλώσσα και δε σε δίδαξαν να τη μιλάς ορθά. Άλλα πράγματα έγραψα στη γραμματική μου· μα με το χρόνο τα λησμόνησαν και δίδαξαν άλλα. Άφησαν τα χρόνια να περνούν, χωρίς να κάνουν κάτι, κι όσα είπα έπεσαν σε λήθη και δεν τα ‘μαθες ποτέ.
Παιδί μου, μην περιμένεις κανένας να νοιαστεί για σένα και τη γλώσσα. Τόσον καιρό κανένας δεν το έκανε. Ό,τι κάνεις μόνος σου, εσύ.
Αν θες να μάθεις να μιλάς σωστά τη μητρική σου γλώσσα και να βοηθήσεις κι άλλους να μιλούν ορθά, μη διστάζεις διיόλου να τη γράφεις πάν̂τα με το γνι (γ̂), το μίγμα (μ̂) και το
νίγμα (ν̂)».
Κάποτε ο Αριστοφάνης ο Βυζάν̂τιος επινόησε τους τόνους
και τα σημεία στίξης για να διיασώσει τον αρχαίο προσωδιακό λόγο. Εμείς σήμερα
τι μπορούμε να κάνουμε για τη διיάσωση και διיάδοση της ορθής προφοράς;
Εδώ που φτάσαμε, με την Πολιτεία να κωφεύει διיαρκώς και να μην πράττει τίποτα, η μόνη λύση είναι η αποσαφήνιση μεταξύ των έρρινων και των άρρινων δίψηφων συμφώνων. Προσωπικά προτείνω την αξιοποίηση του τόνου και της αποστρόφου
-σε μια πιο διיακριτική μορφή- ή άλλων δυνητικών συμβόλων, όπως αυτών που
χρησιμοποιούν̂ται στο παρόν κείμενο. Αυτό όμως προϋποθέτει τη συμ̂πλήρωση του
Αλφαβήτου μας με την προσθήκη των τριών ελλειπόν̂των φθόγ̂γων: του άγμα [αλλιώς γνί(γμα)], του μίγμα και του νίγμα. Διיαφορετικά δεν υπάρχει σωσμός. Με
τη γλώσσα να έχει οριστικά αφεθεί στη μοίρα της, ο αφανισμός τής εύηχης Κοινής
Νεοελληνικής είναι αναμφίβολα προδιיαγεγραμμένος.
Η συμ̂πλήρωση του Αλφαβήτου από τους ελλείπον̂τες φθόγ̂γους θα λειτουργήσει ως σήμανση-οδηγός για το δάσκαλο, προκειμένου να μάθει τα παιδιά μας να μιλούν σωστά. Επιπλέον, θα αποτελέσει μία υπενθύμιση ή επιβεβαίωση για όλους μας· η οποία, σεβόμενη πρώτιστα τα ίδια τα γράμματα και τη γλώσσα, θα μας αφυπνίσει -τόσο στη γραφή όσο και στην ανάγνωση-να σταθούμε στη λέξη, να την προσέξουμε, να κατανοήσουμε το νόημα και εκφέρον̂τάς την ορθά, να αποδώσουμε καλύτερα αυτό που επιθυμούμε ή καλούμαστε να εκφράσουμε.
ΤΑ 27 ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ ΣΥΜ̖ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΩΝ ΤΩΝ 3 ΕΛΛΕΙΠΟN̖ΤΩΝ ΦΘΟΓ̖ΓΩΝ
Επέλεξα την ημέρα της εθνικής μας επετείου, η οποία ημερολογιακά συμ̂πίπτει με τη μεγάλη θρησκευτική μας εορτή, τον Ευαγ̂γελισμό της Θεοτόκου, να σας παρουσιיάσω το αλφάβητό μας συμ̂πληρωμένο από τους ελλείπον̂τες φθόγ̂γους. Γιατί Ελλάδα πριν απ’ οτιδήποτε άλλο σημαίνει γλώσσα και η γλώσσα είναι πολιτισμός.
Εύχομαι να αξιοποιηθεί.
ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣΗ:
Για το άγμα στην εκπαίδευση μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ο όρος νίγαμμα (< νι + γάμμα, αναλογικά προς το δίγαμμα· δηλαδή φθόγ̂γος [ν̂] με μορφή [γ̂], άρα με θέση γλώσσας ανάλογη προς τον τρόπο σχηματισμού του μαλακοϋπερωικού [γ]), προκειμένου να κατανοηθεί ο ήχος του και ο τρόπος εκφοράς.
Εάν πάλι κρίνεται σκόπιμο το όνομά του να αρχίζει από [γ], ώστε να είναι σύμφωνο προς την αλφαβητική σειρά των υπόλοιπων γραμμάτων, μπορούμε να το πούμε γνάγμα [< (θέση) γ → (εκφορά) ν = άγμα] ή γνίγμα (< γ + γράμμα νι + κατ. -γμα, αναλογικά και προς τα σίγμα/στίγμα). Διיαφορετικά γνι, κατά τα ξι και ψι, το οποίο είναι πιο ευκολοπρόφερτο απ’ ό,τι τα προηγούμενα.
Η ονομασίαμίγμα ετυμολογείται από το γράμμα μι και την κατάληξη -γμα του άγμα [μίγμα < μι + (ά) -γμα], ενώ του μάγμα από το φθόγ̂γο [μ] και το άγμα ([μ] + άγμα), αφού στον ήχο του ενυπάρχει το [γ̂]).
Ομοίως για το νίγμα [< γράμμα νι + κατ. -γμα < (ά)γμα] και για το νάγμα (< φθόγ̂γος [ν] + άγμα)· με όλα τα ονόματα να επιβεβαιώνουν την ιδιיότητα-αξία των φθόγ̂γων και επομένως τη σχέση μεταξύ σημαίνον̂τος και σημαινόμενου για ακόμη μία φορά. Δηλαδή ότι η Ελληνική είναι γλώσσα σημασιολογική.
Τα γνίγμα (αλλιώς γνι) [γ̂], νίγμα [ν̂] έχουν την ίδια φωνητική αξία, αφού στην πραγματικότητα είναι άλλες μορφές του άγμα.
[γ̂] = [ν̂] = άγμα (ŋ)
Προκειμένου όμως το τελευταίο να μπορέσει να εν̂ταχθεί στο αλφάβητό μας και να δηλωθεί στο γραπτό λόγο, ώστε να δοθεί οριστική λύση στο πρόβλημα της ορθής προφοράς των δίψηφωνσυμφώνων, γίνεται η χρήση των παραπάνω συμβόλων και ονομάτων.
Ο θυμόσοφος λαός μας, όταν πρέπει κάτι να ειπωθεί λεπτομερώς και αυτολεξεί, λέει: «να τα πεις με το νι και με το σίγμα». (Άραγε τα λέμε με το νι;... Πολύ φοβάμαι πως όχι).
Αν θέλουμε να εκφέρουμε τη γλώσσα σωστά, θα πρέπει πρώτα να μάθουμε να τη γράφουμε με το άγμα (γνι), με το μίγμα και με το νίγμα· με την εκπαίδευση να αρχίζει από το σχολείο.
Γραφή η οποία δε βάλλει την ιστορική μας ορθογραφία, δηλαδή το έτυμον της λέξης, ούτε το είδωλό της.
Το οφείλουμε στα παιδιά μας, στη γλώσσα μας, στον πολιτισμό μας.
Χρόνια πολλά με υγεία και περισσότερη αγάπη για την Ελληνική!
Η λέξη άγμα ετυμολογείται από το ρήμα ἄγνυμι (< ρίζα / Ϝαγ/ ή /αγ/ + πρόσφυμα /νυ/ + κατάληξη /μι/), όπου [Ϝ] το δίγαμμα, ένας ήχος όπως το αγ̂γλικό [W] [π.χ.: one > (γ)ουαν].
Η
αρχική του ονομασία -σύμφωνα με τη
φωνητική του αξία- ήταν ϝαῦ (στην αγ̂γλική
wau) και αν̂τιστοιχούσε στο φοινικικό σύμφωνο ουάου. Η μεταγενέστερη
ονομασία (δίγαμμα), οφείλεται στο σχήμα του (το διπλό γάμμα, δηλαδή δύο φορές το
γάμμα, το ένα πάνω στο άλλο).
Στην
παμφυλιακή διיάλεκτο υπήρχε ένα γράμμα, το [Ͷ], με παρόμοια
αξία με αυτήν του ασθενούς διχειλικού [V] ή [W]· γι’ αυτό μπορεί να αναφέρεται και ως
παμφυλιακό δίγαμμα.
Ας δούμε όμως τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά:
Ο
πρώτος ήχος που παράγει ο άνθρωπος με τη γέννησή του είναι το (γ)ουααα· ένα ρινοποιημένοουααα, που ουσιיαστικά
αποτελεί τη θέση σχηματισμού του μαλακοϋπερωικού [Ν] (αυτό που αλλιώς ονομάζουμε
άγμα), ο οποίος καταλήγει σε ένα
μακρόσυρτο [α]. Με άλλα λόγια το μωρό, όταν από το ασφαλές, υγρό και ζεστό περιβάλλον,
αλλάζει χώρο και περνά στο εκτεθειμένο ανοιχτό, με τους δυνατούς ήχους
και το φως, στην προσπάθεια να πάρει την πρώτη του αναπνοή, ανοίγει το στόμα
και μέσα από την προσωρινή δυσφορία του -η οποία εκφράζεται με το κλάμα- τελικά
σχηματίζει τον ήχο του άλφα [α].
Αυτός
είναι ο λόγος που το[α] θεωρείται η μήτρα των φωνηέν̂των (μαζί με το [ο] στη γλώσσα μας αποτελούν τον
πυλώνα των φωνηέν̂των) και ο πρώτος ολοκληρωμένος ήχος, δηλαδή
καθαρός φθόγ̂γος που φωνεί ο άνθρωπος· αφού οι ήχοι (γ)ου/ŋου εκφράζουν τη μετάβασή του και όχι τη θέση, από το ένα περιβάλλον στο άλλο.
Το [ου] στη συγ̂κεκριμένη περίπτωση, λόγω του ηχοχρώματος και της σύν̂τομης
κυρίως διיάρκειάς του, θεωρείται εισαγωγικός-προωθητικός ήχος και όχι καθαρός, ολοκληρωμένος.
Άλλωστε ο άνθρωπος είναι το μόνο θηλαστικό το οποίο αμέσως μετά την έξοδό του
από τη μήτρα φων-ά-ζει, δηλαδή
βγάζει φωνή [α], άρα ζει.
Στο σημείο αυτό λοιπόν, επιδιיώκον̂τας να επισημάνω τη σπουδαιότητα των ευ̂φωνικών συνηχήσεων του [ν] και του [μ] στη γλώσσα μας, προχωρώ στην παρακάτω αλληγορική αποτύπωσή τους, αναλογικά προς το ίδιο το ἄγνυμι:
Από το
ανοιχτό φωνήεν [α], το οποίο είναι το προθεματικό,
περνάμε στο [γ] και τη θέση στην οποία πρέπει να βρίσκεται η γλώσσα για τη διיαμόρφωση του ήχου, τόσο του
[Ϝ] όσο και του [ŋ]· με το [γ] να δηλώνει την αξία του μαλακοϋπερωικού [Ν] (αν̂τίστοιχη περίπτωση με αυτήν των συμ̂πλεγμάτωνγχ,γξ) και επομένως στη ρίζα[αγ], η οποία αποτελεί τη βάση. Αμέσως μετά στο προσφυματικό [νυ] -το οποίο συμ̂πίπτει με την παλαιότερη γραφή
του Νι, προσδιיορίζον̂τας τόσο τον οπίσθιο αλλόφωνο ήχο του, δηλαδή το [ŋ], όσο και τον αν̂τίστοιχο κλειστό του [υ] (το τελευταίο στην
αρχαία ελληνική εκφερόταν από τη θέση του [ου]- σχηματίζον̂τας το θέμα [ἄγνυ]· και τέλος στην κατάληξη [μι], με την οποία δηλώνεται η ιδιיότητα
του [ŋ]: άλλοτε να εκρήγνυται, επιδρών̂τας στα [γ],
[κ], [τ] (π.χ.: συŋγγενής < συŋ +
γενής < συν + γένος, έŋγκριση < εŋ + κρίση < εν + κρίνω,
σύŋνταγμα
< συŋ + τάγμα < συν + τάσσω) και άλλοτε να διיαχέεται στη στοματική
κοιλότητα ενεργοποιών̂τας το Μι,
προκειμένου να επηρεάσειτο [π] και
να το ηχηροποιήσει (π.χ.: πάŋμμπολλα < παŋμ + πολλά < παŋ +
πολλά < παν + πολύς).
[αγ → νυ → μι]
Παράγωγο
του ἄγνυμι (που σημαίνει διיαχέω, διיασκορπίζω, συν̂τρίβω,
θραύω, σπάω) είναι το άγμα (δηλαδή
το τεμάχιο, το θραύσμα, από το οποίο προκύπτει η λέξη κάταγμα)· με το [γ] να
δηλώνει τόσο την παραπάνω ιδιיότητα του [ŋ], όσο και τη συνάφειά του
με το [μ], και το [α] να ορίζει
την αρχή και το τέλος: το άρτιο, δηλαδή το όλον της λέξης.
Με πιο
απλά λόγια, αν λάβουμε υπόψη την ιδιיότητα του [α], το οποίο όχι μόνο περιβάλλει τη λέξη αλλά και χαρακτηρίζει τη δομή της, έχουμε το αθροιστικό αποτέλεσμα να αποδίδει στον απόλυτο βαθμό την έννοια, τη θέση και την αξία του [ŋ] στη γλώσσα μας, με το άγμα:
1. να μην απαν̂τά ποτέ στην
αρχή της λέξης ([α] αν̂τί για [ŋ])
2. να έχει θέση στο μέσον της
λέξης και στο γραπτό λόγο να αποδίδεται με το γράμμα [γ]
3. να φέρει τη διττή ιδιיότητα: αφενός να ενεργοποιεί το [μ](πριν από το [π]), αφετέρου να εισχωρεί στο
σχηματισμό του και να τον επηρεάζει, με συνέπεια να μετατρέπει τον ήχο του
από εμ̂πρόσθιο ρινικό στον αν̂τίστοιχο μέσο
σκληροουρανικό [ɱ] (< ŋm). Είναι δηλαδή [ɱ], σύμμικτος ήχος·και όχι ατόφιο [μ], αφού αρχικά παρεμβάλλεται ο ήχος του [ŋ]
Πράγματι,
αν δοκιμάσει κάποιος να φωνήσει το αμ (αŋm/αɱ)έναν̂τι του μα (mα), θα διיαπιστώσει ότι
στην πρώτη περίπτωση ο ήχος του [μ] σχηματίζεται πιο πίσω και επομένως είναι πιο έρρινος (απαλότερος) από
αυτόν του μα (mα - πιο βαρύς). Ο λόγος που συμβαίνει
αυτό είναι απλός: η επίδραση του [ŋ] στο [μ]
4. να μην απαν̂τά στο τέλος καμιάς
λέξης ([α] αν̂τί για [ŋ]), δηλαδή να
είναι μέσος, περίκλειστος ήχος
Βάση
αυτών προκύπτει η παρακάτω σχέση μεταξύ της λεκτικής του απόδοσης και της φωνητικής του θέσης, αξίας και ιδιיότητας μέσα στη λέξη:
Ενδιיαφέρον επίσης έχει να δούμε στο φοινικικό συλλαβάριο τη σημασία των συμβόλων του [μ] και του [ν], όπως και τη μεταξύ
τους σχέση, προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα τη χρήση και την αξία τους. Το
[μ] ονομαζόταν μεμ και σήμαινε νερό και το [ν] νουν, δηλαδή ψάρι (ή φίδι), με το
[ν] να ενυπάρχει στο [μ], όπως το ψάρι στο νερό. Αν σε αυτά προσθέσουμε τόσο
τον σημασιολογικό-ετυμολογικό όσο και τον ευ̂φωνικό τους χαρακτήρα (μαζί με το
[λ] θεωρούν̂ται τα κατεξοχήν μουσικά σύμφωνα), αν̂τιλαμβάνεται κανείς εύκολα
την αξία τους στη γλώσσα μας. Γι’ αυτό και όταν βρίσκον̂ται στο μέσον των γηγενών λέξεων δεν πρέπει να παραλείπον̂ται.
Οι Πυθαγόρειοι
φιλόσοφοι συσχέτιζαν τους αριθμούς -τους οποίους αποκαλούσαν σοφούς- με τα
γράμματα, προκειμένου να αναδείξουν τη σημασία των λέξεων και αυτό γιατί
θεωρούσαν την ελληνική μία γλώσσα μαθηματική (δηλαδή σοφή), γεμάτη αρμονία, συμβολισμούς
και νοήματα:
«Τι το σοφόν;... Ο αριθμός! Τι δεύτερον εις σοφίαν;... Ο τοις πράγμασιν τα ονόματα θέμενος. Τι το ωραιότερον;... Η αρμονία».
Το [Γ] στο ελληνικό αλφάβητο αν̂τιστοιχεί στον αριθμό 3. Επομένως το [Ϝ], το οποίο είναι δύο [Γ]
(δις+γάμμα) έχει αριθμητική αξία 3x2 = 6. Άλλωστε στην πρώιμη μορφή του ελληνικού αλφαβήτου -μέχρι τη σίγησή του- αυτή τη θέση κατείχε, πριν αν̂τικατασταθεί από το στίγμα [Ϛ/ΣΤ΄]. Την ίδια αριθμητική αξία έχει και το άγμα [ŋ].
Προκειμένου να διיευκρινιστεί η απόδοσή του και να αποφευχθεί η σύγχυση με τα [γ], [γγ/γκ], στο γραπτό λόγο χρησιμοποιώ το σύμβολο [γ̂] (π.χ. φεγ̂γάρι, αγ̂καλιά), το οποίο αποτελεί και εισήγησή μου.
Η λέξη
άγμα πρωτοεπισημάνθηκε από τον Ίωνα το Χίο (φιλόσοφο, ιστορικό και
τραγικό ποιητή, κατά κάποιους εφάμιλλο των μεγάλων τραγικών ποιητών μας), ο οποίος ήταν σύγχρονος του Περικλή και έζησε από κον̂τά το χρυσό αιώνα της Αθηναϊκής Πολιτείας. Μερικοί αποδίδουν την ετυμολογία του στην επίδραση του κοινού ως σύμβολο, όσο και όμορου στο σχηματισμό γάμμα (> άγμα με αν̂τιμετάθεση, πιθανόν και αναλογικά προς τα σίγμα-στίγμα). Ο ίδιος ο Ίων το χαρακτήρισε ως το 25ο γράμμα του αλφαβήτου μας (τα δίγαμμα, στίγμα, κόππα,
σαμ̂πί είχαν ήδη αφαιρεθεί, αφού είχαν πάψει να έχουν φωνητική αξία). Ωστόσο για το συγ̂κεριμένο φθόγ̂γο δεν επινοήθηκε κάποιο γράμμα, με συνέπεια το γάμμα να φέρει διπλή σημασία: άλλοτε αυτήν του [γ] και άλλοτε αυτήν του μαλακοϋπερωικού [ν]. (Έρρινο είναι το [γ] πριν από άλλο ουρανικό σύμφωνο, δηλαδή πριν από τα [γ], [κ], [χ], ή πριν από το [ξ], επισημαίνει ο Τζάρτζανος στη γραμματική του). Κρίμα γιατί αν είχε
συμβεί αυτό, σήμερα θα είχε δοθεί λύση στο βασικότερο πρόβλημα στην προφορά της
γλώσσας μας.
Την παραπάνω μαρτυρία του Ίωνα επιβεβαιώνουν οι λατίνοι συγ̂γραφείς Μάρκος Τερέν̂τιος Βάρρων, Λούκιος Άκκιος και ο Πρισκιανός ο γραμματικός.
Πρισκιανός (Απόσπασμα από τη Γραμματική της Λατινικής - Βιβλίο Ι.39)
Ο Βάρρων,
στο πρώτο του βιβλίο για την προέλευση της λατινικής γλώσσας, λέει με αυτά τα
λόγια: Όπως γράφει ο Ίων, το εικοστό πέμיπτο γράμμα είναι αυτό που ονομάζουν άγμα· το οποίο δεν έχει μορφή, αλλά ο
ήχος είναι κοινός στα Ελληνικά και τα Λατινικά, όπως στις λέξεις: aggulus, aggens, agguilla, iggerunt. Σε τέτοιες λέξεις
οι Έλληνες και ο δικός μας ο Άκκιος γράφουν διπλό [g], ενώ άλλοι γράφουν [ng],
γιατί εύκολο δεν είναι να καταλάβουμε την αλήθεια σε όλα αυτά. Ομοίως: agceps, agcora.
Ευτυχώς που δεν επικράτησε η άποψη του Άκκιου και των ομόγνωμών του· δηλαδή η μεταγραφή του δίψηφου [γγ/γκ] από τα ελληνικά στα λατινικά σε [gg/gc], αλλά ό,τι επεσήμανε ο Ίων για τον κοινό ήχο (το άγμα), ανάμεσα στις δύο γλώσσες, με αποτέλεσμα ο φθόγ̂γος να δηλωθεί στη γλώσσα τους με το [n]. Διיαφορετικά θα κατέληγαν και αυτοί να εκφέρουν, όπως οι περισσότεροι εξ ημών: κακόφωνα και ψευδά.
Φαν̂ταστείτε λόγου χάρη, οι Λατίνοι αν̂τί του angulus (< ελλην. αγ̂κύλος) να έλεγαν aggulus → Αgglia → egglish (γιατί όλα τους ομόρριζα είναι) και ο κόσμος ανά την οικουμένη να μιλούσε σήμερα παραφθαρμένα. Εμείς όμως μαθαίνουμε αγγλικά [g] (αν̂τί του ορθού αγ̂γλικά [ŋg]), but we speak english and not eglish! Ελληνικά θα μάθουμε ποτέ;!... Για ποια οικουμενικότητα της Ελληνικής μιλούμε σήμερα; Μήπως για αυτήν μιας γλώσσας που σέβον̂ται οι ξένοι και ξέρουν να την προφέρουν καλύτερα από εμάς;!
Στο Διיεθνές
Φωνητικό Αλφάβητο, το μαλακοϋπερωικό [Ν] ονομάζεται agma ή angma (με τον πρώτο τύπο να είναι συνεπέστερος προς τη ρίζα και τον δεύτερο ορθότερο προς τον ήχο τον οποίο δηλώνει), ενώ
υπάρχει και η απόδοση ingma [< ing + (ang)ma / (ag)ma] που
αφορά στην κατάληξη -ing, για λέξεις όπως οι: ζάπινγκ, κάμיπινγκ, μάρκετινγκ, πάρκινγκ κ.λπ.
Ο Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΜΑ [γ̂]
Στα όσα αναφέρει ο έγ̂κριτος γλωσσολόγος-λεξικογράφος στην τηλεοπτική εκπομ̂πή της δημοσιογράφου Βίκης Φλέσσα «Σε προσκυνώ,
γλώσσα», συμ̂πληρωματικά σημειώνω τα παρακάτω:
1. Το μαλακοϋπερωικό [Ν] απαν̂τά στη γλώσσα μας πριν και από το διπλό σύμφωνο [ξ] (π.χ. ελέγξιμος →ελέŋξιμος)
2. Στα αρχαία ελληνικά οι λέξεις λήγουν επίσης και σε [ξ], ]ψ] (π.χ. λυγξ, μύωψ)
3. Η αναφορά στην τροπή του συμφωνόληκτου [μ] σε [ν], σε λέξεις όπως: τομλύκομ (< τοŋμ λύκοŋμ)→τον λύκον, δώρομ (< δώροŋμ)→δώρον, έφερομ (< έφεροŋμ)→έφερον, επιβεβαιώνει την ενύπαρξη του [ν] στο [μ], όταν προηγείται φωνήεν
Η ΠΡΟΦΟΡΑ ΤΟΥ ΜΑΛΑΚΟΫΠΕΡΩΙΚΟΥ [ŋ] (ΑΛΛΙΩΣ [γ̂])
ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:
Όπου:ˆτο ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.
Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΦΟΡΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ, ΤΗΝ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ, ΤΟ ΡΟN̖TΗΡΗ ΚΑΙ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ
Το μεγάλο δάσκαλο και ηθοποιό του Θεάτρου μας Λυκούργο
Καλλέργη, τον θυμάμαι πρώτη φορά στην παράσταση του Εθνικού «Ο Σεβάσμιος
Πολιτικός» του βραβευμένου με Νομπέλ Τόμας Έλιοτ, το 1972, όπου ενσάρκωνε το
Λόρδο Κλάβερτον και ο πατέρας μου το Φεντερίκο Γκόμεθ. (Φυσικά στο παρελθόν
είχαν συμ̂παίξει αρκετές φορές στο θέατρο, τον κινηματογράφο και το ραδιיόφωνο
και έτρεφαν μεγάλη εκτίμηση ο ένας προς το πρόσωπο του άλλου· τόσο σε επίπεδο
ανθρώπων, όσο και δασκάλων - καλλιτεχνών).
Δύο χρόνια αργότερα, τον ξαναείδα στο «Θάνατο του Δανיτόν»
του Μπύχνερ· σε ένα πολύ δυνατό και πολυπρόσωπο έργο, με ένα επιτελείο
σπουδαίων ηθοποιών στις τάξεις του Εθνικού, όπου υποδυόταν το Ροβεσπιέρο και ο
πατέρας μου τον Εισαγ̂γελέα Φουκέ.
Από την παράσταση «Ο Σεβάσμιος Πολιτικός»
«Ο Θάνατος του Δανיτόν»: Ο Καλλέργης (κάτω στο κέν̂τρο) και ο πατέρας μου στην έδρα (δεύτερος από αριστερά)
Και στα δύο αυτά έργα μού είχε κάνει ιδιיαίτερη εν̂τύπωση, τόσο η επιβλητική του παρουσία όσο και το
ηχόχρωμα της φωνής του. Στην πραγματική ζωή ήταν ένας πολύ γλυκύς, οξυδερκής και προσηνής
άνθρωπος· καμία σχέση με τη σοβαρότητα και το κύρος που ως ηθοποιός απέπνεε επί
σκηνής.
Το 1977, πάν̂τα με το Εθνικό, έπαιξαν στο Θέατρο Ηρώδου του Αττικού, στη «Μήδεια» του Ευριπίδη· εκείνος το ρόλο του Αιγέα και ο πατέρας μου τον Κρέον̂τα.
ΤΙΤΛΟΙ ΤΗΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ
«ΡΑN̖TΕΒΟΥ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ» (1960)
*Το σενάριο της οποίας είχε γράψει ο πατέρας μου και στο έργο είχε συμ̂παίξει και με τη μητέρα μου.
Το 1988, στις εξετάσεις αποφοίτησής μου από την Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης του Ωδείου Αθηνών, Πρόεδρος της Επιτροπής του Υπουργείου Πολιτισμού ήταν ο Λυκούργος Καλλέργης.
Για τις διπλωματικές εξετάσεις είχα προετοιμάσει δύο σκηνές, σε διδασκαλία του πατέρα μου. Στην πρώτη σκηνή υποδυόμουν τον Ντομένικο Σοριάνο, από το έργο «Φιλουμένα Μαρτουράνο» του Εντουάρντο Ντε Φιλίππο και στη δεύτερη το Σμιρνώφ από την «Αρκούδα» του Ανיτόν Τσέχωφ. (Υπόψιν ο Καλλέργης έχει μεταφράσει μοναδικά τα περισσότερα έργα του κορυφαίου ρώσου δραματουργού).
Ο Καλλέργης, όπως και τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής, ενθουσιיάστηκαν από την παρουσίαση και με αξιολόγησαν με Άριστα. Μάλιστα, όταν ολοκληρώθηκαν οι εξετάσεις, εκφράστηκε με πολύ κολακευτικά λόγια στον πατέρα μου για τον τρόπο απόδοσης του Τσέχωφ.
Το 2004, ο σπουδαίος αυτός άνθρωπος με ετίμησε με το προλόγισμά του στη Β' Έκδοση του έργου μου «Αγωγή του Προφορικού Λόγου –Η Προφορά της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας».
Υπήρξε γενναιόδωρος απέναν̂τί μου (ίδιיον όλων των πραγματικά μεγάλων). Του είμαι πάν̂τα ευγνώμων και τον ευχαριστώ θερμά για τα επαινετικά του λόγια.
Σε αυτό, μεταξύ άλλων, αναφέρει: «Διάβασα την εξαιρετικά ενδιיαφέρουσα μελέτη για την Αγωγή και την Ορθή Προφορά της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας του καθηγητή Άρη Βαφιά και σπεύδω να τον συγχαρώ από καρδιάς για την πολύτιμη αυτή κατάθεσή του, πάνω σ’ ένα ζήτημα τόσο σοβαρό και εθνικό, που μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί από τους υπεύθυνους φορείς, καμία ιδιיαίτερη σημασία.
Πιστεύω ότι ο αποκαλυπτικός τρόπος που πραγματεύεται το θέμα, οι συγ̂κεκριμένες αναγωγές και προτάσεις του αλλά και οι ακριβείς υποδείξεις του, όχι απλώς χαρακτηρίζουν το έργο, αλλά οδηγούν με ευκολία τον αναγνώστη στη γνώση και κατανόηση της ορθής προφοράς της νεοελληνικής γλώσσας.
Η Νεοελληνική Γλώσσα είναι μία, ενιαία και αδιיαίρετη και πρέπει να διδάσκεται ιδιיαιτέρως και ομοιοτρόπως, στα Σχολεία και στα Πανεπιστήμια και πρέπει να γράφεται και να ομιλείται από το σύνολο του ελληνικού λαού.
Η γλώσσα αυτή βέβαια δεν πρέπει να αισιοδοξούμε ότι, στη γραφή και στην προφορά της θα διיαμορφώνεται μονάχη της, χωρίς την παρέμβαση της Παιδείας. Γιατί η γλώσσα, χωρίς να μπαίνει σε καλούπια, ακολουθεί κάποιους κανόνες. Κάθε αλλαγή όμως και κάθε πρόοδος στα θέματα γραφής και προφοράς της γλώσσας, πρέπει να αρχίζει από την οργανωμένη Παιδεία και από το Σχολείο. Υπάρχουν κανόνες γραπτοί και διδακτέοι. Και είναι προφανές ότι η γλώσσα δεν πρέπει να κυλάει σαν το ποτάμι, που ανοίγει μόνο του το δρόμο προς τη θάλασσα -προς τη γνώση- χωρίς ο άνθρωπος να παρεμβαίνει και να χαράζει και να διיαμορφώνει την κοίτη αυτού του ποταμού.
Σε αυτή την ελεγχόμενη πορεία της γλώσσας προς το ποτάμι, η διיαμορφωτική παρέμβαση του αγαπητού καθηγητή Άρη Βαφιά, αποτελεί την πολυτιμότερη και τη χρησιμότερη προσφορά. Είναι άξιος παν̂τός επαίνου και πάσης αποδοχής».
Τον Καλλέργη τον απασχολούσε βαθύτατα το θέμα της ορθής εκφοράς του νεοελληνικού λόγου. Είχε ιδιיαίτερη ευαισθησία στη σωστή προφορά της γλώσσας μας. Για αυτό το λόγο είχε ενστερνιστεί την πρόταση συμ̂πλήρωσης του αλφαβήτου μας με την προσθήκη των λατινικών [b], [d] και [g], τα οποία θα αποσαφήνιζαν την προφορά των έρρινων από τα άρρινα δίψηφα συμφώνα (π.χ.: αμbέλι - έbα) και θα επέλυαν οριστικά το πρόβλημα και τη σύγχυση που δημιουργείται.
Το ίδιο ακριβώς ζήτημα, μείζονος σημασίας, απασχόλησε και συνεχίζει εν̂τόνως να απασχολεί και εμένα, αφού η παράλειψη των [μ] και [ν] δεν οδηγεί απλώς στην κακοφωνία αλλά και στον ψευδισμό της Κοινής Νεοελληνικής (π.χ.: κολύμπι [b] ⇔ κολύβηση), σε τέτοιο βαθμό, ώστε ενώ η ειδικότητά μου πραγματεύεται πολλά περισσότερα, να χρειάζεται να επικεν̂τρωθώ στην προφορά και για το λόγο αυτό:
1. να συγ̂γράψω δύο έργα αποκλειστικά για αυτήν (την Αγωγή του Προφορικού Λόγου και το Λεξικό Προφοράς)
2. να εισηγηθώ την πλήρη αξιοποίηση του τόνου και της αποστρόφου στο γραπτό λόγο, σε μία πιο διיακριτική μορφή (ή άλλων δυνητικών συμβόλων, όπως αυτά που χρησιμοποιώ στο παρόν άρθρο). Μάλιστα, το ερέθισμα και κατ’ επέκταση η εισήγησή μου, προέκυψε ως αν̂τιπρόταση στην άποψη του Καλλέργη για τη χρήση των λατινικών γραμμάτων, ώστε ως οικεία σύμβολα να μην ξενίζουν στο γραπτό λόγο, ούτε να βάλλουν την ιστορική μας ορθογραφία
3. να δημιουργήσω το παρόν ιστολόγιο και να δραστηριοποιηθώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με σκοπό (όπως αναφέρεται και στην κεφαλίδα του ιστολογίου), τη διיάσωση και διיάδοση της Προφοράς της Κοινής Νεοελληνικής.
Το άρθρο αυτό συν̂τάχθηκε μετά από προσωπική μου ανάγ̂κη να αποτίσω φόρο τιμής, στον εξαίρετο άνθρωπο και δάσκαλο του θεάτρου και της γλώσσας μας, Λυκούργο Καλλέργη.
Ο Καλλέργης (αναφέρομαι σε παρόν̂τα χρόνο, γιατί κάποιους ανθρώπους -ακόμη και αν έχουν φύγει- τους έχουμε μέσα μας), αποτελεί πρότυπο ήθους, συναδελφικότητας, ευγένειας, ταπεινοφροσύνης, εργατικότητας και ορθής εκφοράς λόγου. Ό,τι δηλαδή χρειάζεται ένας ηθοποιός για να ποιήσει ήθος (γιατί εύκολα το ξεχνάμε αυτό) και να ολοκληρωθεί ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης. Σε κάθε ευκαιρία τον μνημονεύω, πάν̂τοτε, με βαθιά εκτίμηση και αγάπη.
ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:
Όπου:ˆτο ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.